Ορολογία του μπάσκετ

Η ορολογία

του μπάσκετ όπως και κάθε άλλου αθλήματος περιλαμβάνει τόσο ελληνικούς χαρακτήρες όσο και ξενόγλωσσους (αγγλικούς) όρους και εκφράσεις. Πολλές από αυτές μεταφράζονται κατά λέξη στα ελληνικό, άλλες όχι. Άλλοι πάλι όροι έχου “μεταφραστεί” για τα καλά (π.χ”βήματα”, “καλάθι”) με αποτέλεσμα να μην αναφέρονται σε αυτό το κεφάλαιο. Το πρόβλημα με την χρήση των αγγλικών όρων από τους εκφωνητές, είναι ότι συχνά αυτή αγγίζει τα όρια της υπερβολής, με συνέπεια οι τηλεθεατές του αγώνα να μπερδεύονται. Πιο κάτω παραθέτουμε και ερμηνεύουμε τους σημαντικότερους ξενόγλωσσους όρους και εκφράσεις, οι οποίοι ακούγονται στην περιγραφή ενός παιχνιδιού μπάσκετ. Ας σημειωθεί πως δεν περιλαμβάνονται καθαρά τεχνικοί όροι, παρά μόνο ότι χρειάζεται ο μέσος φίλαθλος της καλαθοσφαίρισης.

Airball (Έρμπολ):  Ωραία ξεκινήσαμε. Έρμπολ είναι η προσπάθεια για καλάθι κατά την οποία η μπάλα δεν βρίσκει καν στεφάνι.

Alley Hoop (Άλεϊ Χουπ): Η μέχρι πρότινος “απαγορευμένη” από την FIBA πάσα πάνω από το ύψος της στεφάνης. Το πρώτο συνθετικό (alley = δρομάκι, σοκάκι)μας προϊδεάζει για την καταγωγή της κάπου από τα ανοικτά γήπεδα της Νέας Υόρκης.

All Around (Ολ Αράουντ): Παίκτης που μπορεί να παίξει όλες τις θέσεις

All Star (Ολ Στάρ): Επίλεκτος παίκτης.

All star gamme : Αγώνας μεταξύ επίλεκτων ομάδων.

Αll The Way (Ολ Δε Γουέι): Μέχρι τέλους. Αναφέρεται σε πορεία ομάδας, η οποία υπερπηδά όλα τα εμπόδια (αντιπάλους) μέχρι να φτάσει στο ποθητό αποτέλεσμα.

Assist (Ασίστ):  Βοηθητική (πάσα). Πάσα που “βγάζει” αυτόν που την δέχεται σε εύκολη θέση για καλάθι. Καταμετράται σε ειδική στατιστική κατηγορία.

Back Door (Μπακ Ντορ):  Πίσω πόρτα. Συμπληρώνεται από την λέξη”πάσα” και είναι η περίπτωση όπου ένας παίκτης, εκμεταλλευόμενος τα σκριν των συμπαικτών του, δέχεται μια (ψηλή συνήθως) πάσα πίσω απ’ την αντίπαλη άμυνα. Ευτυχώς στο μπάσκετ δεν υπάρχει οφ – σάιντ. Μετρ του είδους το γνωστό αξεπέραστο δίδυμο της δεκαετίας του ΄80. (προσπαθήστε να τους βρείτε).

Base Line (Μπέιζ Λάιν): Βασική γραμμή. Η μικρή εξωτερική γραμμή του γηπέδου. Η “φύλαξή” της απέναντι στις εχθρικές διεισδύσεις αποτελέι κύριο σημείο της αμυντικής τακτικής κάθε ομάδας. Παίρνω την baze line = σχεδόν σίγουρο καλάθι.

Block Out (Μπλοκ Άουτ): Μπλοκάρισμα παίκτη με σωστή χρήση του σώματος. Μια ομάδα που κάνει καλά μπλοκ άουτ έχει εξασφαλισμένα τα ριμπάουντ.

Bonus (Μπόνους): Εξελληνισμένος όρος που σημαίνει χορήγηση 2 ελεύθερων βολών για κάθε φάουλ μετά την συμπλήρωση των 4 ομαδικών ανά περίοδο.

Center (Σέντερ):  Κεντρικός, πετάρι.

Coach (Κόουτς): Άμαξα ή Προπονητής. Επιλέξτε τη δεύτερη ερμηνεία. Hent coach = επικεφαλής προπονητής, assistant coach = βοηθός προπονητή.

Coast To Coast (Κόουστ του κόουστ):  Από ακτή σε ακτή. Καθαρά αμερικάνικη έκφραση, εμπνευσμένη από τα υπέρ αμερικάνικά ταξίδια με ώτο – στοπ απ’ το Βίλατζ στο Σαν Φρανσίσκο. Ο παίκτης παίρνει το ριμπάουντ, διασχίζει το γήπεδο αποφεύγοντας όλους τους αντιπάλους και “εξουθενωμένος απ’ τις κακουχίες” βάζει την μπάλα στο καλάθι. Θεαματική φάση που απαιτεί τεχνικές και και ψυχικές αρετές.

Disqualification (Ντισκουαλιφικέισον ή ντισκαλιφιέ γαλλιστί):  Αποκλεισμός. Αποβολή παίκτη απ’ τον αγώνα .

Double Teaming (Νταμπλ τίμ(ινγκ)):  Δύο σε έναν. Ευτυχώς στο μπάσκετ επιτρέπεται, κοινώς παγίδα.

 Draft (Ντραφτ):  Επιλογή – Κατάταξη. Όχι στον στρατό πια, αλλά στις ομάδες του ΝΒΑ και του CBA. Διεξάγεται κάθε χρόνο και οι ομάδες επιλέγουν παίκτες εκτός πρωταθλημάτων. Η σειρά επιλογής δίνει το δικαίωμα ενίσχυσης στις πιο αδύναμες ομάδες. Αν ο παίκτης δεν επιθυμεί ν’ αγωνισθεί στο πρωτάθλημα, μπορεί να παίξει σε ευρωπαϊκή χώρα. Δεν μπορεί όμως να πάει σε άλλη ομάδα του ΝΒΑ χωρίς την συγκατάθεση της ομάδας που του “έκανε ντραφτ”.

Dream Team (Ντριμ Τιμ):  Ομάδα Όνειρο. Η εθνική ομάδα των ΗΠΑ στην ολυμπιάδα της Βαρκελώνης το 1992. Η χρήση του όρου για οποιανδήποτε άλλη δωδεκάδα παικτών είναι καταχρηστική και αδόκιμη. Για την ιστορία παραθέτουμε τη σύνθεση της Ντριμ Τιμ: Ντέιβιντ Ρομπινσον (Σαν Αντώνιο), Πάτρικ Γιούιν (Νέα Υόρκη), Λάρι Μπέρντ (Βοστώνη), Τζον Στόκτον (Γιούτα), Κάρλ Μαλόουν (Γιούτα), Μάικλ Τζόρνταν (Σικάγο), Σκότι Πίπεν (Σικάγο), Έρβιν”Μάτζικ” Τζόνσον (Λέικερς), Τσαρλς Μπάρκλεϊ (Φοίνιξ), Κλάιντ Ντρέξλερ (Πόρτλαντ), Κρις Μαλίν (Γκόλντεν Στέιτ), και ο εκπρόσωπος του NCAA Κρίστιαν Λέτνερ (Ντιουκ).

Drive (Ντράιβ):Οδηγώ. Μπαίνω με την μπάλα στην αντίπαλη άμυνα. Μπάσιμο, διείσδυση.

Dribbling (Ντρίμπλιγκ): Νρίμπλα ή ελιγμός. ” Μπήστηγμα” της μπάλας. Double drible = διπλή ντρίμπλα ή αντικανονικός ελιγμός.

Fast Break (Φαστ Μπρέικ): Αιφνιδιασμός, Πιάσιμο της αντίπαλης ομάδας στον ύπνο.

Final Four (Φάιναλ φορ): Τελευταίοι τέσσερις. Τελικός των τεσσάρων.

Follow (Φόλοου): Ακολουθώ. Προσπάθεια για καλάθι που ακολουθεί άστοχη αρχική με τον παίκτη που την πραγματοποιεί να βρίσκεται στον αέρα. Το Φόλοου μπορεί να είναι ένα δεύτερο σουτ, ένα απλό άγγιγμα της μπάλας με τα δάκτυλα ή και κάρφωμα.

 Foul (Φάουλ): Σφάλμα.

Forward (Φόργουόρντ):“Τριάρι” ή “Τεσσάρι”, προσδιορισμός θέσης του παίκτη.

Έρμπολ (Φροντ Λάιν):  Μπροστινή (ή πρόσθια) γραμμή.

Gool Foul (Γκολ Φάουλ): Καλάθι και φάουλ.

Guard (Γκάρντ): Περιφερειακός παίκτης. Άσσος ή δυάρι.

Hand Cheching (Χαντ Τσέκινγκ):  Έλεγχος – Μαρκάρισμα με τα χέρια.

Hook (Χουκ):  Γάντζος. Η κοινώς λεγόμενη “ραβέρσα”. Είδος σουτ που παρακάμπτει και τις πιο δύσκολες άμυνες, αφού μεταξύ του χεριού που το πραγματοποιεί και του αντιπάλου βρίσκεται ο κορμός του παίκτη. Στην Ελλάδα μαιτρ της ραβέρσας ο Γιώργος Τρόντζος.

Jump Ball (Τζάμπολ):  Ο διαιτητής πετάει ψηλά την μπάλα ανάμεσα από δύο παίκτες που τη διεκδικούν. Οι κανονισμοί το μεταφράζουν”αναπήδηση”.

 Lay Up (Λέι Απ):  Όταν η μπάλα “αφήνεται” στο καλάθι. Αποτελεί το συνηθέστερο αποτέλεσμα μιας επιτυχημένης διείσδυσης.

Manager (Μανατζερ):  Διευθυντής. Όρος που συχνά συγχέεται με τον όρο “προπονητής”. Ο σύγχρονος Μάνατζερ έχει πάρει τη θέση του Παραδοσιακού εφόρου, καθότι οι ομάδες είναι πια επιχειρήσεις.

Man To Man (Μαν του Μαν): Άνθρωπος σε άνθρωπο. Είδος άμυνας.

Missmatch (Μισματς):  Πολύ”In” έκφραση. Σημαίνει άνισο μαρκάρισμα. Όταν δηλαδη κάποιος παίκτης αμύνεται απέναντι σε πολύ κοντύτερο ή πολύ ψηλότερο παίκτη.

M.V.P (Εμ Βι Πι):  Αρχικά του”Most Valuable Player” δηλαδή πολυτιμότερος παίκτης. Τίτλος που μπορεί να απονεμηθεί σ’ ένα αγώνα ή σε μια σειρά αγώνων.

Over Play (Όβερ πλέι):  Είδος ατομικού ασφυκτικού μαρκαρίσματος που έχει ως σκοπό να εμποδίσει τον επιθετικό να πάρει την μπάλα.

Out (Άουτ):  Έξω. Στο μπάσκετ υπάρχει μόνο ένα είδος άουτ. Δυστυχώς δεν έχουμε αράουτ και κόρνέρ.

Pass (Πας):  Η λέξη μεταλλάχθηκε σε πάσα και έγινε ελληνική.

Pivot (Πίβοτ):  Άξονας περιστροφής, σταθερό πόδι. Κίνηση πίβοτ = κίνηση με το ένα πόδι σταθερό. Θέση πίβοτ = πέντάρι , σέντερ.

Play Off (Πλέι Οφ):  Παιχνίδια αποκλεισμού. Σειρά αγώνων με αριθμό απαιτούμενων νικών.

Post (Ποστ):  Ταχυδρομείο και πόστο. Συνοδεύεται από τις λέξεις χάι (High) και (Low). Τα δύο αυτά πόστα αποτελούν βασικά στρατηγικά σημεία σε όλα τα συστήματα μπάσκετ. Το χάι ποστ είναι η περιοχή γύρω απ’ τη γραμμή των βολών, ενώ το λόου ποστ βρίσκεται χαμηλά, κοντά στο καλάθι και στα όρια της ρακέτας.

Pressing (Πρέσινγκ): Πίεση, πρεσάρισμα. Πιεστική άμυνα. Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως για το μαν του μαν σε ολόκληρο ή στα ? του γηπέδου. Αν η πίεση καταλήγει σε άμυνα ζώνης, τότε μιλάμε για”ζον πρές”.

Ribound (Ριμπάουντ):  Επανάκτηση, Αναπήδηση. Απόκτηση ελέγχου της μπάλλας ύστερα από άστοχή προσπάθεια για καλάθι. Τα ριμπάουντ χωρίζονται σε επιθετικά και αμυντικά και καταγράφονται σε ειδική στατιστική κατηγορία.

Reverse (Ριβέρς): Αντίστροφη, ανάποδη, όπισθεν. Είδος ντρίμπλας συνοδευόμενης από περιστροφή – πιρουέτα.

Rookie (Ρούκι):  Πρωτοεμφανιζόμενος παίκτης. Αθλητής που ντεμπουτάρει σε κάποιο πρωτάθλημα.

Roster (Ρόστερ): Κατάλογος. Η σύνθεση της ομάδας, περιλαμβάνει όλους τους παίκτες, ασχέτως αν παίζουν ή όχι στο συγκεκριμένο αγώνα.

Run and Gun (Ραν εντ γκαν):  Τρέξε και πυροβόλα. Ταχύτατο στυλ παιχνιδιού που δύσκολα επιβιώνει στην σημερινή εποχή.

Score (Σκορ):  Τρέχον αποτέλεσμα. Σκοράρισμα = επιτυχία πόντων, Σκόρερ = αυτός που σημειώνει πόντους.

Scouter (Σκάουτερ): Ανιχνευτής ταλέντων.

Shoot (Σουτ): Πυροβολώ, επιχειρώ να πετύχω καλάθι από μακριά. Το βασικότερο σημείο του μπάσκετ. Jump shoot = στο με άλμα.

Screen (Σκριν): Οθόνη, Φράγμα. Παρεμπόδιση του αντιπάλου αμυντικού να μαρκάρει κάποιον συμπαίκτη, Απαιτεί πλήρη ακινησία και σωστή χρήση ποδιών και αγκώνων.

Time Out (Τάιμ Άουτ): Ανάπαυλα. Διακοπή του αγώνα για ένα λεπτό. Κάθε ομάδα δικαιούται ένα αριθμό τάιμ άουτ που προσδιορίζονται απ’ τους κανονισμούς.

Trailer (Τρέιλερ):  Ρυμουλκούμενο, Ρυμούλκα, συρόμενο. Αυτός που ακολουθεί τους παίκτες που φεύγουν στον αιφνιδιασμό και είναι έτοιμος να δεχθεί πάσα ή να “τελειώσει” τη φάση σε πιθανή αστοχία.

Weak Side (Γουίκ Σάιντ): Αδύναμη πλευρά. Όταν η μπάλα βρίσκεται π.χ στη δεξιά πλευρά της επίθεσης, τότε όλοι αμυντικοί κινούνται προς τα εκεί και η αριστερή πλευρά γίνεται πιο ευάλωτη. Μια έξυπνη πάσα ή ένα σωστό σκριν, μπορεί να οδηγήσει σ’ ένα εύκολο καλάθι.<

Το κείμενο που προηγήθηκε είναι μέρος μιας συνολικής δουλειάς του Γιάννη Ανδρέου με τίτλο”ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ ΤΟΥ ΜΠΑΣΚΕΤ”. Η εξαίρετη αυτή περιήγηση στον χώρο του μπάσκετ δημοσιεύτηκε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΑΥΛΟΣ

Please follow and like us:

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.